Ετυμολογία

επεξεργασία
καθιερώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος καθιερώνω

καθιερώνομαι, πρτ.: καθιερωνόμουν, στ.μέλλ.: θα καθιερωθώ, αόρ.: καθιερώθηκα, μτχ.π.π.: καθιερωμένος

  Μεταφράσεις

επεξεργασία