Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

κάνουλες

  1. κάνουλα, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού