Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

ιαγουάροι αρσενικό

  1. ιαγουάρος, στην ονομαστική και την κλητική του πληθυντικού