Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

ιέρειες θηλυκό

  1. ιέρεια, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού