Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

ηγήτορες αρσενικό

  1. ηγήτορας, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού