Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζαλικώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος ζαλικώνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ζαλικώνομαι

  1. παίρνω στους ώμους μου ένα φορτίο, φορτώνομαι


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία