Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εκ περιτροπήςδείτε τις λέξεις εκ και περιτροπή

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

εκ περιτροπής

  • εναλλάξ, μια ο ένας, μια ο άλλος
    θα επισκεπτόμαστε εκ περιτροπής τον πατέρα στο νοσοκομείο, μια μέρα εγώ και μια μέρα ο αδελφός μου