Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

δασύνομαι < δασύνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

δασύνομαι

  • (για λέξεις στο πολυτονικό σύστημα) παίρνω δασεία
    όλες οι λέξεις που αρχίζουν από ύψιλον δασύνονται

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία