Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

δήγματα ουδέτερο

  1. δήγμα, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού