Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

δέσαν

  1. γ΄πρόσωπο πληθυντικού οριστικής αορίστου του ρήματος δένω

ΤαυτόσημοΕπεξεργασία