Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

δάφνες θηλυκό

  1. δάφνη, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού