Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

δάκτυλα ουδέτερο

  1. δάκτυλο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού