Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γκρεμίζομαι < παθητική φωνή του ρήματος γκρεμίζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

γκρεμίζομαι

  1. με γκρεμίζουν ή γκρεμίζομαι μόνος μου, καταβαραθρώνομαι
    τα κτίρια γκρεμίστηκαν με ελεγχόμενες εκρήξεις
    τα όνειρα χιλιάδων παιδιών γκρεμίστηκαν με τη χρεωκοπία

ΚλίσηΕπεξεργασία

γκρεμίζω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία