Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

γαϊδάρες

  1. γαϊδάρα, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού