Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γάγγλιον < ίσως συνδέεται με τα ἄγλις (κεφάλι σκόρδου) και γέλγις (βολβός, σκελιδα σκόρδου), αβέβαιου ετ.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γάγγλιον

  1. υποδόριο οίδημα
  2. σύμπλεγμα νεύρων