Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βασεόφιλα < αγγλική basophil < βάση + φιλώ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βασεόφιλα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

βασεοφιλία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία