Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

βέλα ουδέτερο

  1. βέλο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού