Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αστοχεύω < αστοχώ + -εύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

αστοχεύω

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία