αποκλειστική ζεύξη

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποκλειστική ζεύξη < → δείτε τις λέξεις αποκλειστικός και ζεύξη < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική dedicated link

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

αποκλειστική ζεύξη (el)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΥπερώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία