Ετυμολογία

επεξεργασία
αποθεματοποιώ < απόθεμα + -ο- + -ποιώ

αποθεματοποιώ (παθητική φωνή: αποθεματοποιούμαι)

  Μεταφράσεις

επεξεργασία