Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντιγυρίζω < αντί + γυρίζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

αντιγυρίζω

  1. ανταποδίδω κυριως φραστικά, αντιμιλώ χρησιμοποιώντας τα επιχειρήματα του άλλου συνομιλητή


ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία