Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. αμώνω < μεσαιωνική ελληνική αμόνω < ὀμόνω < αρχαία ελληνική ὀμνύω
  2. αμώνω < εξαμώνω < μεσαιωνική ελληνική εξαμώνω < λατινική examen

  ΡήμαΕπεξεργασία

αμώνω

  1. άλλη γραφή του αμόνω (με -ω, αναλογικά με τα ρήματα σε -ώνω)
  2. άλλη μορφή του ξαμώνω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία