Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

αιωρόπτερα ουδέτερο

  1. αιωρόπτερο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού