Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αδρομερώς < αδρομερής

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

αδρομερώς

  • κατά τρόπο αδρομερή, σε "χοντρές" (γενικές) γραμμές

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία