Δείτε επίσης: ἀδάμας

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αδάμας < αρχαία ελληνική ἀδάμας < δαμάω / δαμνάω / δαμάζω / δάμνημι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *demh₂- (δαμάζω, εξημερώνω) (ίσως όμως και σημιτικής προέλευσης· πβ. ακκαδικά 𒀀𒁕𒈬: adamu)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /aˈða.mas/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αδάμας αρσενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία