Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγκαζέ < γαλλική engagé

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αγκαζέ άκλιτο

  1. κρατημένος, για τον οποίο έχει γίνει κράτηση
    το τραπέζι είναι αγκαζέ

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

αγκαζέ

  1. λέγεται όταν δύο άνθρωποι περπατούν με τον αγκώνα του ενός περασμένο στον αγκώνα του άλλου, αλαμπρατσέτα
    περπατούν αγκαζέ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία