Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

αβγουλίλες

  1. αβγουλίλα, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού