Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Σελτζούκ < (μεταγραφή) τουρκική Selçuk. Δείτε και Σελτζούκος

  ΜεταγραφήΕπεξεργασία

Σελτζούκ αρσενικό άκλιτο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία