Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Παλλάδα < αρχαία ελληνική Παλλάς, ομόρριζο με τα πάλλαξ/ πάλληξ < παλλακή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Παλλάδα θηλυκό

  1. προσωνυμία της θεάς Αθηνάς: παρθένος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία