Δείτε επίσης: νεῖλος, Νείλος

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Νεῖλος < → λείπει η ετυμολογία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Νεῖλος αρσενικό

  1. ποταμός της Αιγύπτου που αναφέρεται πρώτα στον Ηρόδοτο που χαρακτηρίζει την Αίγυπτο «δώρο του ποταμού»
    ※  ὅστις γε σύνεσιν ἔχει, ὅτι Αἴγυπτος, ἐς τὴν Ἕλληνες ναυτίλλονται, ἐστὶ Αἰγυπτίοισι ἐπίκτητός τε γῆ καὶ δῶρον τοῦ ποταμοῦ
    λείπει η μετάφραση
    Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 2.Ευτέρπη,5
    ※  ὁ γὰρ δὴ Νεῖλος ἀρξάμενος ἐκ τῶν Καταδούπων ῥέει μέσην Αἴγυπτον σχίζων ἐς θάλασσαν. μέχρι μέν νυν Κερκασώρου πόλιος ῥέει εἷς ἐὼν ὁ Νεῖλος, τὸ δὲ ἀπὸ ταύτης τῆς πόλιος σχίζεται τριφασίας ὁδούς
    λείπει η μετάφραση
    Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 2.Ευτέρπη,17.3
    στον Όμηρο ονομάζεται: Αἴγυπτος
  2. ανδρικό όνομα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία