Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Λιάτικο < λιαστός

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Λιάτικο ουδέτερο μόνο στον ενικό

  1. (γεωπονία): ποικιλία αμπέλου της Κρήτης, παράγει κόκκινο κρασί

  ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • τα σταφύλια της ποικιλίας αυτής γίνονται περισσότερο λιαστά, εξ ου και η ονομασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία