Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Αλβιών < αγγλική Albion < πρωτοκελτική *Albiū < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *albʰós (λευκός)

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Αλβιών θηλυκό

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία