Δείτε επίσης: Zachód

Πολωνικά (pl)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

zachód < → δείτε τη λέξη zachodzić

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈzaxut/
 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

zachód (pl) αρσενικό

  1. (γεωγραφία), (κοινά) δύση
  2. κόπος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία