Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
yidiche yidiches

yidiche (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. γίντις

Γράφεται επίσηςΕπεξεργασία

  • yiddisch (μορφή που συναντάται στα γερμανικά και στα γίντις)
  • yiddish (η πιο συχνή μορφή, έρχεται από τα αγγλικά)
  • yidich (παλαιότερη μορφή)