ενικός         πληθυντικός  
vigna vigne

  Ετυμολογία

επεξεργασία
vigna < λατινική vinea

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /ˈviɲ.ɲa/

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

vigna (it) θηλυκό

Συνώνυμα

επεξεργασία