Δείτε επίσης: tomb-

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

tomb < λατινική tumba < αρχαία ελληνική τύμβος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /tuːm/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

tomb (en)