Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

tagen 

  ΡήμαΕπεξεργασία

tagen (de)

  1. (αμετάβατο) κάθομαι
  2. (μεταβατικό) (απρόσωπο) ξημερώνει

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

δείτε τη λέξη  Tag