Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

stooge (en)

  1. αυτός που με τη θέλησή του γίνεται τυφλό όργανο κάποιου άλλου
  2. βοηθός κωμικού