Αγγλικά (en) Επεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
shrapnel shrapnels
Ο πληθυντικός, σπάνιος.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

shrapnel (en) συνήθως στον ενικό