Αγγλικά (en) επεξεργασία

  Ετυμολογία επεξεργασία

redaction < λατινική redactio < redigere

  Ουσιαστικό επεξεργασία

redaction (en)

  1. η επιμελημένη ή λογοκριμμένη έκδοση ενός κειμένου
  2. οι αλλαγές που έγιναν κατά τη διάρκεια της διόρθωσης-επιμέλειας ενός κειμένου
  3. η διαδικασία της διόρθωσης-επιμέλειαςλογοκρισίας) ενός κειμένου

Συγγενικά επεξεργασία