Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈkwɪb.əl/
ήχος (AU) 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
quibble quibbles

quibble (en)

  • η μικροδιαφωνία

  ΡήμαΕπεξεργασία

quibble (en)

  • τσακώνομαι γι' ασήμαντο ζήτημα