Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

preta < pret- + -a

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

preta (eo)



Πορτογαλικά (pt) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

preta < θηλυκό του preto

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

preta (pt)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

preta (pt) θηλυκό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία