Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈpɔvrut/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

powrót (pl) αρσενικό

  1. η επιστροφή, ο γυρισμός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία