Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

pioneer (en)

  1. o σκαπανέας, ο πρωτοπόρος
  2. ο πιονιέρος

  ΡήμαΕπεξεργασία

  • πρωτοπορώ, ανακαλύπτω, εγκαινιάζω γνωστικό τομέα