Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

patchouli < (άμεσο δάνειο) ταμίλ பச்சை (paccai, πράσινο) + இலை (ilai, φύλλο‎)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

patchouli (fr) αρσενικό