Άνοιγμα κυρίου μενού

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
pédestre pédestres

pédestre (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. πεζός, που γίνεται ή παρουσιάζεται με τα πόδια

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία