Άνοιγμα κυρίου μενού

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
pédéraste pédérastes

pédéraste (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. παιδεραστής