Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
orthopédiste orthopédistes

orthopédiste (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία