Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɔ.pi.ne/

  ΡήμαΕπεξεργασία

opiner (fr)

  1. (παρωχημένο) ή (νομική) εκφράζομαι
  2. (νομική) ή (σκωπτικό) opiner à : συγκατατίθεμαι
     συνώνυμα: adhérer, consentir

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • opiner du bonnet : συμφωνώ απόλυτα με τη γνώμη κάποιου