Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

opacité (fr) θηλυκό

  1. η αδιαφάνεια
  2. η έλλειψη διαύγειας, ευκρίνειας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία